Ο κερατοειδής είναι το παράθυρο του ματιού. Είναι το πρόσθιο διαφανές ινώδες τμήμα του βολβού από το οποίο διέρχεται το φώς, με ρόλο καθοριστικό για την όραση.

Το λεπτό στρώμα δακρύων που καλύπτει τη πρόσθια επιφάνεια του κερατοειδούς ονομάζεται προκεράτια δακρυϊκή στιβάδα και η λειτουργία του είναι να διατηρεί λεία την οπτική επιφάνεια του κερατοειδούς, να ενυδατώνει και να παρέχει οξυγόνο στον κερατοειδή, να συμβάλει στην αμυντική προάσπιση του ματιού και τέλος λειτουργεί ως λιπαντικό μεταξύ βολβού και βλεφάρων.

Η προκεράτια δακρυϊκή στιβάδα αποτελείται από τρία στρώματα : μια εξωτερική ελαιώδη μικροστιβάδα που είναι εκτεθειμένη στον αέρα, μια υδάτινη μεσαία στιβάδα και μια εσωτερική βλεννώδη στιβάδα που είναι σε επαφή με το επιθήλιο του κερατοειδούς.

 

Ξηροφθαλμία είναι η κατάσταση στην οποία η προκεράτια δακρυϊκή στιβάδα είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να εκπληρώσει τη φυσιολογική της λειτουργία. Μπορεί να παρατηρηθεί σε όλες τις ηλικίες, αλλά είναι πιο συχνή μετά τα 60 χρόνια και ιδιαίτερα στις γυναίκες.

Η ανεπάρκεια μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή παραγωγή ή σε υπερβολική εξάτμιση.

Α) ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ :

–    ιδιοπαθής
–    σύνδρομο sjogren πρωτοπαθές ή δευτεροπαθές λόγω νόσου τουκολλαγόνου όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, ερυθηματώδη λύκο κοκκιωμάτωση Wegener κα

  • παθήσεις του δακρυϊκού αδένα
  • διαταραχές του επιπεφυκότα όπως έγκαυμα, τράχωμα, ουλώδες πεμφιγοειδές
  • ελάττωση αντανακλαστικής έκκρισης όπως μετά από ερπητική λοίμωξη, χρόνια χρήση φακών επαφής, πάρεση προσωπικού, νευροτροφική βλάβη
  • φάρμακα όπως β-αναστολείς, αντιϊσταμινικά κα

Β) ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΞΑΤΜΙΣΗ :

–    έλλειψη της ελαιώδους στιβάδας  όπως στις χρόνιες βλεφαρίτιδες
–    βλάβες  των βλεφάρων που σχετίζονται με ανωμαλίες βλεφαρισμού ή  ανωμαλίες της επιφάνειας των βλεφάρων

  • ανωμαλίες της επιφάνειας του οφθαλμού που οφείλονται σε φακούς επαφής, τραύματα ή επεμβάσεις.

Τα συμπτώματα συνίστανται σε ερεθισμό, αίσθημα καύσου, αίσθημα ξένου σώματος ή αίσθημα «άμμου» στα μάτια, φωτοφοβία, δακρύρροια που αυξάνεται με τον αέρα, τον καπνό, τη ζέστη, την παρατεταμένη χρήση των ματιών πχ στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο διάβασμα. Η κλινική εικόνα με τις αλλοιώσεις της επιφάνειας του επιπεφυκότα και του κερατοειδούς περιγράφεται με τον όρο ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα.

Διαγνωστικά  test  που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση και την εκτίμηση της βαρύτητας της ξηροφθαλμίας είναι τα εξής :

  • μέτρηση του δακρυϊκού μηνίσκου στο κάτω βλεφαρικό χείλος
  • χρώση του κερατοειδή με φλουοροσκεϊνη
  • χρώση με διάλυμα rose Bengal
  • μέτρηση brake up time (BUT)
  • schirmer test χωρίς και με τοπική αναισθησία

Η θεραπευτική αντιμετώπιση έχει δύο κατευθύνσεις :

α) την άρση του αιτίου που προκάλεσε την ξηροφθαλμία. Για το σκοπό αυτό
είναι απαραίτητη η λήψη λεπτομερούς ιστορικού και η σχολαστική
οφθαλμολογική εξέταση.

β) την αύξηση της ύγρανσης των οφθαλμών. Για το σκοπό αυτό
χρησιμοποιούνται τεχνητά δάκρυα χωρίς συντηρητικά και με συχνότητα
ανάλογη με τη βαρύτητα της νόσου. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις μπορεί
να επιχειρηθεί απόφραξη των δακρυϊκών σημείων με βύσματα σιλικόνης
ή και ταρσοραφή σαν ύστατη λύση όταν απειλείται ο κερατοειδής.